O Kώστας Πάτσης γεννήθηκε στη Nίκαια το 1962. Σπούδασε μουσική ―κλασσική κιθάρα, πιάνο, θεωρητικά στο Eθνικό Ωδείο― και στη συνέχεια κινηματογράφο, στο τμήμα σκηνοθετών της Σχολής Xατζίκου. «O κατά προσέγγιση άνθρωπος», βασισμένη στο έργο του ποιητή Samy Rosenstock, και η ανολοκλήρωτη «Λευκές κινήσεις στο σκοτάδι» (1992), υπήρξαν οι πρώτες και μοναδικές του απόπειρες στο χώρο των μικρομηκάδων.
Tο 1999 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή «32+ 1 φορές έρωτα» εκδόσεις Mανδραγόρας, από όπου κυκλοφόρησαν στη συνέχεια άλλες πέντε ποιητικές συλλογές. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν συμπεριληφθεί στην ανθολογία Ποιητικά Tετράδια Φθινοπώρου, εκδόσεις Mανδραγόρας, Aθήνα 1999. Ποίησή του μεταφράστηκε πρόσφατα στα γερμανικά και στα βουλγαρικά.
Oι Jethro Tull, το φλάουτο και ο Ian Anderson υπήρξαν οι πρώτες αναφορές του· ο Tzara, η Bάρη και ο ντανταϊσμός ακολούθησαν. Mαζί και το υπόλοιπο ποιητικό του έργο που κατατίθεται ως προσωπική αγωνία-επικοινωνία από την άλλοτε Kοκκινιά στη σύγχρονη (;) εποχή μας.
να θυμόμαστε, δεν ξεγελιόμαστε
να θυμόμαστε, δεν είναι πως δε θυμόμαστε
από τότε και τότε θυμόμαστε
ναι θυμόμαστε, δεν είναι ότι ξεγελιόμαστε
ακόμα κι όταν κοιμόμαστε θυμόμαστε
ακόμα κι όταν στον καθρέφτη κοιταζόμαστε
θυμόμαστε
ακόμα κι όταν…
Η παρούσα ποιητική απόπειρα βασίζεται (εμπνέεται) από τη δισκογραφική παραγωγή, αλλά και από το μυστήριο των Residents. Μια δημιουργία που ισορροπεί ανάμεσα στο πραγματικό και μη, στο υπαρκτό και νεφελώδες, στην παρουσία και ταυτοχρόνως στην ανυπαρξία, απουσία. H μουσική του συγκροτήματος διαλέγεται (συμπλέκεται) με τα ποιήματα-ακούσματα 22 αλληλοδιάδοχων ημερών μέσα σε μια τριαντάχρονη δισκογραφική πορεία από το Santa dog του 1972 μέχρι το Demons dance alone του 2002, με τη μοναχική ερημία του δημιουργού τους να διαμεσολαβεί, να πειραματίζεται και να προκαλεί. Mέσα από αναρίθμητα όνειρα ενός αθώου κοριτσίστικου βλέμματος που ποδοπατιέται καθημερινά πληρώνοντας το τίμημα μιας αβέβαιας διαφυγής, ο ποιητής συνυπογράφει τη διαδρομή προς τη Σιωπή, με την απόγνωση, τ’ αδιέξοδα και τον κίνδυνο να συντροφεύουν την αμφίβολη ενηλικίωσή του (μας). Aνάσες-αναγγελίες-αναπνοές εκρήξεις οργής απέναντι σ’ ένα φτιασιδωμένο κόσμο που επιμένει να ψεύδεται καλλωπισμένος, υπόγειος κι ανερμάτιστος, επιρρεπής σε ίντριγκες και ευτελής στα ασήμαντα της καθημερινότητάς του που την επιδιώκει παρόμοια ανόσια για όλους μας.
Yπάρχει διέξοδος και διαφυγή; Ένα ερώτημα που δεν καταφέρνει η ποίηση ―απονευρωμένη κι ανήμπορη (στις μέρες μας)― να το απαντήσει. Δε σημαίνει ωστόσο πως δεν αναρωτιόνται οι ποιητές της. «H άλλη εποχή ερχόταν» κι ο Σατωμβριανός «καθρέφτης θαμπός» περιμένει ελπίζοντας σε μια γεωμετρική επιστροφή.
Κώστας Πάτσης, Ύπνος παράθυρα ταχύτητα φως, φωτογραφίες Toni Schneiders, εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2001, Σελ. 63
Δεν είχα πεθάνει, απλά κοιμόμουν
Στην επιφάνεια της γης αρχικά,
Ακούγοντας τον καλπασμό
Αλόγων που πλησιάζουν
Κι ύστερα από κάτω,
Ακούγοντας τον καλπασμό
Αλόγων που πέρασαν και φύγαν
Δεν είχα πεθάνει, απλά κοιμόμουν
Κοιμόμουν σε όνειρο
Κοιμόμουν σε ύπνο
Μ’ απόκεντρα βήματα
Η Κλάρα έρχεται το τσάι
-στην επιφάνεια της γης αρχικά
Κι ύστερα από κάτω-
Δεν είχαμε πεθάνει
απλά πίναμε τσάι
σιωπηλό τσάι
Μέσα από μια φαινομενική απλότητα, συνέχεια και ασυνέχεια, άλλοτε παρά- λογων αλλά κατά βάθος λογικών εικαστικών στιγμών, η ποίηση του Πάτση πλάθει διαχειρίζεται απερίσκεπτα(!) και με σύνεση το κινηματογραφικό υλικό, το συναίσθημα και την ένταση της κάθε στιγμής, άλλοτε της ζωής και άλλοτε του θανάτου. Προέκτασή της και συστατικό της ανθρώπινης παρουσίας, ο θάνατος, ως τέλος αλλά και ως κατάσταση (ύπνου;), επιτρέπει στις σκέψεις, στα αισθήματα, στα όνειρά μας, να περιπλανιόνται, να χάνονται και να συνεχίζουν αδιάκοπα το ταξίδι τους. Με ήχους των Dead can dance, κατάλληλο σκηνικό τέλους, ο Πάτσης συνθέτει λέξη τη λέξη τα κείμενά του φροντίζοντας να επαναπέμπει μηνύματα SOS στο μάταιο και στο άπειρο του κόσμου μας.
Νέες (σ)τάσεις ποιητικές καταγράφονται στις πέντε ενότητες του βιβλίου, απρόσμενα, ευδιάκριτα, μουσικά, μέσα από τους ήχους των Beatles, του κίτρινου υποβρύχιου –να θυμηθούμε εδώ το υπερωκεάνιο που τραγουδά και πλέχει, του Εμπειρίκου, να σταθούμε στην απελπισμένη μοναξιά μας, στην απόγνωση μιας απουσίας, στο ανοιχτό της θάλασσας, στα κοράλλια, στον έρωτα και στα κύματα. Ένα διάφανο σύνολο λέξεων που υποχρεώνει τον αναγνώστη να μετατραπεί σε θεατή συμμέτοχο μιας φάρσας γλωσσικής που στο βάθος της κρύβει την τραγωδία του ανθρώπου.
Δεν είναι εύκολη η ποίηση, ποτέ άλλωστε δεν ήταν εύκολη η υπόθεση της τέχνης. Είναι παρόλα αυτά προκλητική, ευφάνταστη και ανήσυχη, προϋποθέτει μύηση, γνώση και προσπάθεια, αλλά επιφυλάσσει στο τέλος την απόλυτη ευχαρίστηση, την κατάκτηση του άλλου και τη συμμετοχή στο μοίρασμα της ψυχής του δημιουργού, της ίδιας του της ζωής που προσφέρεται απλόχερα, συντροφικά και αληθινά.
No Comments Yet
Κανένα σχόλιο ακόμα.
Σχόλια RSS TrackBack Identifier URI
Γράψτε ένα σχόλιο
